Αναλυτές εκτιμούν ότι το πιο ισχυρό μέσο πίεσης θα ήταν ένα ευθύ, στοχευμένο χτύπημα στις μεγάλες τεχνολογικές των ΗΠΑ. Ήδη είναι αυτές που έχουν υποστεί τη μεγαλύτερη αιμορραγία στην χρηματιστηριακή αγορά και ένα πλήγμα από μία δύναμη όπως η Ένωση θα μπορούσε να ανοίξει ακόμη μεγαλύτερες πληγές.
Μέχρι την ανακοίνωση των δασμών την Τετάρτη – η οποία εξέπληξε τις παγκόσμιες αγορές λόγω του εύρους και της κλίμακας της – η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωνε ότι, κατά τη διαμόρφωση της απάντησής της, η Ευρώπη «κρατά πολλά χαρτιά στο παιχνίδι, από το εμπόριο μέχρι την τεχνολογία και το μέγεθος της αγοράς μας».
«Αυτή η ισχύς στηρίζεται επίσης στην ετοιμότητά μας να λάβουμε αποφασιστικά αντίποινα. Όλα τα εργαλεία είναι στο τραπέζι», σημείωσε.
Πρώτος στόχος της κοινότητας είναι η διαπραγμάτευση για να αποφύγει τον πόλεμο δασμών. Ωστόσο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα καταφέρει να βρει κοινό τόπο με την κυβέρνηση Τραμπ.
Ως μπλοκ, η ΕΕ αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ σε αγαθά, υπηρεσίες και επενδύσεις. Και ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος εξαπολύει συνεχώς πυρά εναντίον της για εξαπάτηση κάνοντας λόγο ένα τεράστια εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ έναντι της Ε.Ε., η αλήθεια είναι πως αυτό ισχύει μόνο στο μέτωπο των αγαθών. Αν ληφθούν υπόψη και οι υπηρεσίες, τότε το εμπόριο των δύο πλευρών είναι εν πολλοίς ισορροπημένο.
Ωστόσο, στον υπολογισμό των λεγόμενων «ανταποδοτικών δασμών», η αμερικανική διοίκηση φαίνεται να έχει εξετάσει αμφιλεγόμενα μόνο το εμπορικό έλλειμμα των χωρών σε αγαθά με τις ΗΠΑ, θεωρώντας αυτό το χάσμα ως «δασμό» στην αμερικανική αγορά.
Για την ΕΕ, αυτό σημαίνει δασμό 20%, λόγω του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ σε αγαθά ύψους περίπου 235,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η Ένωση είναι άκρως σημαντική αγορά για τις τεχνολογικές εταιρείες, όπως εξηγεί ο Χόλγκερ Σμίντινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg.
«Ενώ είναι πιθανό ότι η ΕΕ δεν θα απαντήσει με σημαντικές αντεπιχειρησιακές ενέργειες άμεσα, θα απειλήσει με τέτοιες ενέργειες εάν οι διαπραγματεύσεις δεν αποδώσουν αποτέλεσμα μέχρι τα μέσα του έτους», εκτιμά και υπογραμμίζει πως οι τεχνολογικές εταιρείες αποτελούν έναν τομέα μέσω του οποίου η ΕΕ «θα μπορούσε να επιτεθεί δυναμικά στις ΗΠΑ».
Τέτοιες ενέργειες θα μπορούσαν να λάβουν τη μορφή αυστηρότερων κανονισμών για τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, καθυστέρηση στην έκδοση επιχειρηματικών αδειών για αμερικανικές εταιρείες, τον περιορισμό πρόσβασης σε δημόσιες συμβάσεις, τον περιορισμό των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή ακόμα και την απόλυτη απαγόρευση επενδύσεων στην ΕΕ, σύμφωνα με τον Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής μακροοικονομικής στην ING Research.
Συγκεκριμένοι στόχοι θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν καταστήματα εφαρμογών, κινητά τηλέφωνα, υπηρεσίες cloud και άλλους τομείς, όπως ο καθορισμός της τοποθεσίας αποθήκευσης δεδομένων, τονίζει ο Μπρζέσκι.
Με ελάχιστους εγχώριους τεχνολογικούς γίγαντες, η Ευρώπη παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες εταιρειών όπως η Apple, η Google, η Amazon, η Meta, η Microsoft, η Intel και το LinkedIn. Πολλές από αυτές έχουν τις περιφερειακές τους έδρες στην ιρλανδική πρωτεύουσα, το Δουβλίνο, πρωτίστως χάρη στον εξαιρετικά χαμηλό εταιρικό φόρο, τη λόγω του χαμηλού εταιρικού φόρου — μαζί με μεγάλα ονόματα από τις αμερικανικές φαρμακευτικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Η ΕΕ έχει ήδη κάνει βήματα για να καταπολεμήσει τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας. Ο ψηφιακός της κανονισμός, ο Digital Markets Act (DMA), για παράδειγμα, στοχεύει να αντιμετωπίσει την κυριαρχία των Big Tech.
Τον περασμένο μήνα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή — που είναι το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ — κατηγόρησε την μητρική εταιρεία της Google, Alphabet, για παραβίαση του DMA και εξέδωσε οδηγίες προς την Apple, απαιτώντας από τον κατασκευαστή του iPhone να κάνει περισσότερα για να συμμορφωθεί με τον νόμο.
Ο Τραμπ είχε στο παρελθόν αναφέρει τις ρυθμιστικές ενέργειες της ΕΕ κατά των αμερικανικών γιγάντων της τεχνολογίας ως έναν λόγο για την επιβολή δασμών στο μπλοκ. Τον Φεβρουάριο, απειλούσε το μπλοκ με δασμούς για την αντιμετώπιση της «ξένης εκβιαστικής συμπεριφοράς» κατά των αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών μέσω ψηφιακών φόρων και προστίμων.
Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον Νταν Ιβς παγκόσμιο επικεφαλής έρευνας τεχνολογίας στην Wedbush Securities, οι αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες αντιμετωπίζουν τις επιπτώσεις της εφοδιαστικής αλυσίδας που προκύπτουν από τις δασμολογικές πολιτικές του Τραμπ, με πολλές να στηρίζονται σε εξαρτήματα και γραμμές συναρμολόγησης στην Ασία.
Για αυτό άλλωστε και είδαν όλες τις μετοχές τους να κάνουν βουτιά στις δύο τελευταίες συνεδριάσεις.
Ωστόσο, ο Μπρζέσκι της ING επισήμανε επίσης ότι η ενεργοποίηση τέτοιων αντιποίνων θα απαιτούσε την έγκριση από 15 από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, θα χρειαζόταν περίπου οκτώ εβδομάδες για να εφαρμοστεί και θα μπορούσε να αντιμετωπίσει και άλλα τεχνικά εμπόδια.
Τόνισε επίσης ότι η στοχοποίηση των αμερικανικών ψηφιακών υπηρεσιών από την ΕΕ θα αποτελούσε την «πυρηνική επιλογή» στο εμπορικό πολιτικό οπλοστάσιο της.
«Όχι μόνο επειδή θα ήταν πρωτοφανές, αλλά και επειδή πιθανόν να προκαλέσει ισχυρή αμερικανική αντεπιχείρηση και επίσης να βλάψει τους ευρωπαίους καταναλωτές, δεδομένου ότι η περιοχή αυτή αυτή τη στιγμή έχει πολύ λίγες εγχώριες εναλλακτικές στις αμερικανικές ψηφιακές υπηρεσίες», δήλωσε σε CNBC.
«Σε κάποιο βαθμό η στοχοποίηση των αμερικανικών ψηφιακών υπηρεσιών από την ΕΕ θα ήταν ακριβώς η αντανάκλαση αυτού που μόλις ανακοίνωσε ο Τραμπ: θα ήταν ένα μέτρο που βλάπτει τους εμπορικούς εταίρους, αλλά με κόστος για τους εγχώριους καταναλωτές».